«Του Αγίου Βαλεντίνου»
Του Βαγγέλη Παπαμιχαήλ
ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΒΑΛΕΝΤΙΝΟΥ… ( Η ανάρτηση γίνεται μετά από παράκληση μαθητών)
Στα μέσα του 18ου αιώνα ζούσε στο χωριό Γκραν Πρε της Νέας Σκωτίας στον Καναδά ο Βενέδικτος Μπελφονταίν, άρχοντας στην περιουσία αλλά και στην ψυχή. Μαζί του ζούσε και η μονάκριβη κόρη του Ευαγγελίνη, το καμάρι όλου του χωριού. Όλα τα χαρίσματα είχε η Ευαγγελίνη…
———————————————————
Τι όμορφη που ήταν κάθε Κυριακή που πήγαινε στην εκκλησία φορώντας τα παραδοσιακά ρούχα και τα σκουλαρίκια που της είχε αφήσει κληρονομιά η μητέρα της, από παλιά οικογένεια της Νορμανδίας!…
Όλοι οι νέοι του χωριού ήταν ερωτευμένοι μαζί της. Όταν ερχόταν όμως η ώρα να της χτυπήσουν την πόρτα δεν ήξεραν τι θα χτυπούσε πιο δυνατά, η καρδιά τους ή το ρόπτρο πάνω στην πόρτα. Κανένας δεν μπόρεσε να φτάσει μέχρι εκεί…
Ο καλύτερος φίλος του Βενέδικτου ήταν ο Βασίλης, ο σιδεράς. Είχε κι εκείνος ένα μονάκριβο γιό, τον Γαβριήλ. Τα δυο παιδιά μεγάλωσαν μαζί σαν αδέρφια αλλά τώρα πια δεν ήταν παιδιά…
Έτσι κυλούσε η ζωή στο χωριό. Ήσυχα κι αργά, με τους δικούς της ρυθμούς.
———————————————————
Ένα βράδυ η καρδιά της Ευαγγελίνης χτύπησε πιο δυνατά. Άκουσε βήματα στην πόρτα και το ένιωσε… Ήταν ο Βασίλης με το γιό του το Γαβριήλ… Σε λίγο ήρθε κι ο παπάς μαζί με έναν άλλο φίλο. Τα μαντάτα όμως δεν ήταν καλά. Οι Άγγλοι είχαν φτάσει στα παράλια και απαιτούσαν να αδειάσει όλο το χωριό και οι κάτοικοι να μεταφερθούν πολύ πιο μακριά…
Τα παιδιά αρραβωνιάστηκαν εκείνο το βράδυ και κάθισαν λιγάκι μόνοι τους έξω στο φεγγάρι…
Μετά από μια-δυο μέρες χτύπησε η καμπάνα της εκκλησίας. Μαζεύτηκαν όλοι εκεί και οι Άγγλοι τους ανακοίνωσαν αυτό που όλοι φοβόντουσαν. Πρώτα θα έφευγαν τα γυναικόπαιδα και οι ηλικιωμένοι. Οι άνδρες θα έμεναν για λίγο καιρό όμηροι.
Οι μέρες που ακολούθησαν ήταν πολύ θλιβερές. Η Ευαγγελίνη ήταν συνεχώς έξω από την εκκλησία όπου κρατούσαν τον Γαβριήλ και τους άλλους άντρες του χωριού. Μάταια όμως, απάντηση καμιά…
Την τέταρτη μέρα κατηφόρισαν προς την παραλία όπου θα τους περίμεναν τα καράβια για να τους μεταφέρουν. Όταν έφτασαν κοίταξαν πίσω και είδαν φλόγες και καπνούς πάνω από το χωριό…Ο Βενέδικτος δεν άντεξε τόση στεναχώρια… Τον έθαψαν εκεί στην παραλία, λίγο πριν επιβιβαστούν στα καράβια και έτσι η Ευαγγελίνη έμεινε εντελώς μόνη…
Πολλά ταλαιπωρημένα χρόνια περάσανε από τότε που κάηκε το χωριό. Οι κάτοικοί του ξεμπαρκάρανε πολύ μακριά, σε διαφορετικές ακτές. Ξένοι, χωρίς φίλους, χωρίς σπίτι, χωρίς ελπίδα. Γύριζαν από πόλη σε πόλη, από χωριό σε χωριό μήπως βρουν ένα μέρος να στεριώσουν για να ξαναφτιάξουν από το μηδέν τα σπίτια τους. Ανάμεσά τους και μια όμορφη κοπέλα που ρωτούσε όλο τον κόσμο και πρόσμενε…
-Τον Γαβριήλ; Το γιό του Βασίλη; Ναι, πήγαινε προς τους κάμπους δυτικά…
– Όχι, δεν έχω ακούσει τίποτα. Λυπάμαι…
– Α, ναι! τον είδαν κάτω στα μέρη της Λουιζιάνας…
-Γαβριήλ; Δεν μου θυμίζει τίποτα αυτό το όνομα…
-Κάτι μου θυμίζει. Ήταν ένας κυνηγός και ρωτούσε για τη χαμένη αρραβωνιαστικιά του αλλά δεν θυμάμαι πού και πότε…
– Αγαπημένο κορίτσι. Τι τον ψάχνεις πια; Δεν υπάρχουν παλληκάρια όμορφα σαν τον Γαβριήλ;…

Πέρασαν χρόνια κι άλλα χρόνια. Πρέπει να ήταν Μάης μήνας. Κατάκοπη η Ευαγγελίνη ξάπλωσε να ξαποστάσει κοντά στην εκκλησία του πατέρα Ευτύχιου στις όχθες του Μισισιπή… κι αποκοιμήθηκε. Εκεί δίπλα πέρασε μια βάρκα… Τρεις άντρες συζητούσαν αλλά η μια φωνή ήταν γνωστή…Όνειρο ήταν;…
Άγγελος όμως δεν βρέθηκε κανείς εκεί για να ξυπνήσει την Ευαγγελίνη…
————————————————————————————————————————–
Δεν έχασε ποτέ το κουράγιο της. Συνέχισε για χρόνια να τον αναζητά. Σε πεδιάδες, σε βουνά, σε λίμνες, σε ποτάμια. Παντού. Πέρασε καιρός. Πήγε στους Ινδιάνους. Της είπαν ότι τον είχαν δει μαζί με άλλους θηρευτές. Ακολούθησε τις οδηγίες τους. Βρέθηκαν άνθρωποι και την βοήθησαν αλλά κάθε φορά που πλησίαζαν έβλεπαν μόνο ίχνη σβησμένης φωτιάς που είχαν αφήσει πριν λίγες μέρες πίσω τους οι κυνηγοί…
Ένα καλοκαίρι κατάφερε, αναπάντεχα, να συναντήσει τον Βασίλη, το σιδερά! Της είπε πως είχε να δει το Γαβριήλ κάτι χρόνια. Ο Γαβριήλ δεν τον άκουγε πια και δεν ήθελε να μείνει μαζί του. Ήθελε να πάει με άλλους κυνηγούς να μαζεύουν δέρματα στα βουνά. Αλλά πού βρισκόταν; Ούτε κι αυτός ήξερε…
Αποχαιρετίστηκαν κι ο Βασίλης της υποσχέθηκε ότι αν είχε νέα θα την ειδοποιούσε στην επισκοπή. Της έδωσε την ευλογία του και της ευχήθηκε καλή τύχη.
Η Ευαγγελίνη γύρισε στον πατέρα Ευτύχιo.
«Είναι η ψυχή μου βαριά, κουρασμένη , πάτερ». Του είπε. «Άφησέ με να μείνω εδώ να προσφέρω ό,τι μπορώ στους βασανισμένους»…
Έμεινε στην επισκοπή και προσευχόταν κάθε μέρα…
Κάθε χρόνος που περνούσε έκλεβε κάτι από την ομορφιά της. Ώσπου, κάποια στιγμή …άρχισαν να φαίνονται οι πρώτες γκρίζες πινελιές πάνω στο ωραίο μέτωπό της…
—————————————————————————————————————————
Η τελευταία πληροφορία ήταν πως είχαν δει το Γαβριήλ στα βόρεια, κάπου μέσα στα δάση του Μίσιγκαν. Πήγε να τον βρει. Πέρασε το φθινόπωρο, πέρασε κι ο χειμώνας. Ήρθε η άνοιξη. Η μια μέρα διαδεχότανε την άλλη. Όταν όμως έφτασαν στον ποταμό Σατζινό βρήκαν το καλύβι του Γαβριήλ έρημο και μισογκρεμισμένο…
Η Ευαγγελίνη γύρισε στη επισκοπή…
————————————————————————————————————————–
O χρόνος συνέχιζε την πολιορκία του όλο και πιο στενά. Δεν μπορούσε όμως να αγγίξει τις ελπίδες μέσα στην ψυχή της…
Εκεί κοντά, σε ένα άλλο χωριό, υπήρχε ένα μικρό σανατόριο που πρόσφερε βοήθεια σε όσους ήταν άρρωστοι και καταπονημένοι. Κάποιος είπε στη Ευαγγελίνη ότι είχε δει εκεί έναν άρρωστο που τον έλεγαν Γαβριήλ…
Ζήτησε από τον πατέρα Ευτύχιο να της επιτρέψει να πάει…
Έφτασε. Την υποδέχτηκαν με καλοσύνη. Ναι, εκεί νοσηλευόταν κάποιος που τον έλεγαν Γαβριήλ. Δεν ήξεραν όμως τίποτα άλλο γι αυτόν. Η Ευαγγελίνη όμως ήταν σίγουρη…
Το χερούλι της πόρτας της φάνηκε βαρύ, πολύ βαρύ… Άνοιξε…
Πλησίασε ήσυχα τον άρρωστο εκεί στη γωνία…
Ο Γαβριήλ κατάφερε να ανοίξει τα μάτια του. Η Ευαγγελίνη τον ανασήκωσε και τον πήρε απαλά στην αγκαλιά της. Ο Γαβριήλ προσπάθησε να ψιθυρίσει το όνομά της…
Η καρδιά του όμως…
Έσβησε μέσα στα χέρια της αγαπημένης του.

Από το ποιητικό έργο του Henry Longfellow: Evangeline. Αποσπάσματα από το βιβλίο όπως διδάσκεται στα σχολεία της Βόρειας Αμερικής.
Gewidmet …

































