Νέα παρέμβαση του Θανάση Ζεμπίλη για τους ρητινοκαλλιεργητές. Αναφορά σε Ν.Κεραμέως και Στ. Παπασταύρου
Μέσω του κοινοβουλευτικού ελέγχου ο Βουλευτής Εύβοιας Θανάσης Ζεμπίλης ζητά με την από 4/5/2026 αναφορά του προς την Υπουργό Εργασίας κα Νίκη Κεραμέως και τον Υπουργό Ενέργειας και Περιβάλλοντος κ. Σταύρο Παπασταύρου να εξετάσουν και να δώσουν λύσεις στα αιτήματα του Σωματείου Ρητινοκαλλιεργητών- Δασεργατών Εύβοιας, τα οποία διαλαμβάνονται στην από 2 Μαΐου επιστολή του προέδρου του ΔΣ του Σωματείου κ. Χαράλαμπου Τσιβίκα.
Όπως είναι γνωστό ο κ. Ζεμπίλης έχει θέσει κατ´ επανάληψη τα ζητήματα, που αφορούν τους ρητινοκαλλιεργητές και το ειδικό 7ετές πρόγραμμα απασχόλησης της ΔΥΠΑ, τόσο στις συναντήσεις του με τους συναρμόδιους υπουργούς, όσο και σε πρόσφατη συνεδρίαση της Επιτροπής Περιφερειών της Βουλής με την παρουσία της διοικήτριας της ΔΥΠΑ κ. Χορμόβα.
Η επιστολή του Σωματείου Ρητινοκαλλιεργητών – Δασεργατών έχει ως εξής:
Θέμα: Άμεση αναπροσαρμογή αποδοχών, χορήγηση επιδόματος επικινδυνότητας, ουσιαστική λύση στο συνταξιοδοτικό και διασφάλιση της συνέχισης του ειδικού προγράμματος ρητινεργατών
Το Σωματείο Ρητινοκαλλιεργητών Δασεργατών ζητά την άμεση και ουσιαστική ικανοποίηση των δίκαιων αιτημάτων τόσο των εργαζομένων στο ειδικό πρόγραμμα ρητινεργατών, όσο και των εργαζομένων ρητινοκαλλιεργητών και υλοτόμων στα ώριμα δάση, αιτημάτων που αφορούν τις αποδοχές, την αναγνώριση της επικινδυνότητας της εργασίας, τη συνταξιοδοτική προοπτική και τη διασφάλιση της εργασίας τους.
Πρώτο, ζητάμε την άμεση αναπροσαρμογή των αποδοχών των εργαζομένων στο ειδικό πρόγραμμα. Η ανάγκη αυτή προκύπτει από το ίδιο το επίσημο πλαίσιο που έχει διαμορφωθεί για τον κατώτατο μισθό στη χώρα. Από το 2022 μέχρι σήμερα, ο κατώτατος μισθός έχει αυξηθεί σωρευτικά περίπου κατά 38%, ενώ ακόμη και αν ληφθεί ως βάση η μεταβολή από τον Μάιο του 2022, η συνολική αύξηση φτάνει περίπου στο 29%. Μόνο κατά την τελευταία ετήσια μεταβολή, από το 2025 στο 2026, η αύξηση διαμορφώθηκε σε περίπου 4,5%. Τα στοιχεία αυτά αποτυπώνουν μια σταθερή και διαδοχική ανοδική πορεία του κατώτατου μισθού, η οποία δεν μπορεί να αφήνει ανεπηρέαστες τις αποδοχές των εργαζομένων του ειδικού προγράμματος.
Την ίδια στιγμή, το ειδικό πρόγραμμα ρητινεργατών της ΔΥΠΑ αφορά θέσεις πλήρους απασχόλησης για 7 έτη και με ακαθάριστες μηνιαίες αμοιβές έως 1.000 ευρώ, με στόχο την αντιμετώπιση της ανεργίας των πυρόπληκτων ρητινεργατών και την αποκατάσταση του φυσικού περιβάλλοντος.
Η απόσταση είναι στην πράξη ακόμα μεγαλύτερη, γιατί οι αυξήσεις του κατώτατου μισθού στον ιδιωτικό τομέα αποτυπώνονται σε 14 μισθούς τον χρόνο, ενώ οι εργαζόμενοι στο ειδικό πρόγραμμα μένουμε χωρίς αντίστοιχη κάλυψη. Επομένως, δεν πρόκειται απλώς για μια μικρή διαφορά στον μηνιαίο μισθό, αλλά για μια πολύ μεγαλύτερη απώλεια σε ετήσιο εισόδημα. Έτσι, ενώ η κυβέρνηση εμφανίζει αυξήσεις, για εμάς η πραγματικότητα είναι ότι το εισοδηματικό χάσμα διευρύνεται και η οικονομική πίεση μεγαλώνει. Με αυτά τα δεδομένα, ζητάμε οι αποδοχές των εργαζομένων στο ειδικό πρόγραμμα να διαμορφωθούν άμεσα στα 1.200 ευρώ καθαρά. Το αίτημα αυτό δεν είναι υπερβολικό. Αντίθετα, αποτελεί το ελάχιστο αναγκαίο μέτρο ώστε να περιοριστεί, έστω και μερικά, η συνεχώς διευρυνόμενη απόσταση που έχει δημιουργηθεί τα τελευταία χρόνια, να ανταποκριθούν οι αποδοχές στις σημερινές ανάγκες ζωής και να αναγνωριστεί στοιχειωδώς η σπουδαιότητα και η δυσκολία της εργασίας μας.
Δεύτερο, ζητάμε τη θεσμοθέτηση και καταβολή επιδόματος επικινδυνότητας και ανθυγιεινής εργασίας για τους εργαζόμενους στο ειδικό πρόγραμμα ρητινεργατών. Το αίτημα αυτό είναι πλήρως τεκμηριωμένο από την ίδια τη φύση της εργασίας μας, που πραγματοποιείται καθημερινά στο πεδίο, μέσα στο δάσος, σε συνθήκες αυξημένου κινδύνου ατυχήματος, έντονης σωματικής καταπόνησης, έκθεσης σε υψηλές θερμοκρασίες, καπνό, σκόνη, δύσβατο ανάγλυφο και διαρκή κίνδυνο πυρκαγιάς. Δεν πρόκειται για μια τυπική μορφή απασχόλησης, αλλά για εργασία που συνδέεται άμεσα με τη δασοπροστασία, τη διαχείριση και την αποκατάσταση πυρόπληκτων περιοχών, δηλαδή με καθήκοντα που είναι εκ των πραγμάτων επικίνδυνα και ανθυγιεινά.
Άλλωστε, το ίδιο το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας έχει ήδη αναγνωρίσει επίσημα ότι οι εργαζόμενοι στις Δασικές Υπηρεσίες, που απασχολούνται ενεργά με καθήκοντα δασοπροστασίας, υλοποιούν καθημερινά στο πεδίο πολύ δύσκολα και επικίνδυνα καθήκοντα. Για τις κατεξοχήν κρίσιμες ειδικότητες των δασικών υπαλλήλων, το επίδομα αυξήθηκε στα 150 ευρώ από 105 ευρώ, δηλαδή περίπου κατά 43%. Επομένως, είναι απολύτως εύλογο και δίκαιο να προβλεφθεί αντίστοιχη καταβολή επιδόματος και για τους εργαζόμενους του ειδικού προγράμματος ρητινεργατών, οι οποίοι εργάζονται στο ίδιο φυσικό περιβάλλον και κάτω από αντίστοιχα επικίνδυνες και επιβαρυντικές συνθήκες.
Τρίτο, προβάλλουμε ως σταθερό και διαχρονικό αίτημα την ουσιαστική βελτίωση της συνταξιοδοτικής προοπτικής των ρητινοκαλλιεργητών, των δασεργατών και των εργαζομένων στο ειδικό πρόγραμμα. Το αίτημα αυτό δεν αφορά ένα μακρινό ή δευτερεύον ζήτημα, αλλά συνδέεται άμεσα με τους όρους εργασίας και αμοιβής που διαμορφώνονται σήμερα. Για τον κλάδο μας το πρόβλημα είναι ακόμα πιο οξύ, γιατί η σύνταξη διαμορφώνεται πάνω σε χαμηλές ασφαλιστέες αποδοχές, σε διακεκομμένη εργασία, σε λίγα ένσημα σε σχέση με τις πραγματικές ανάγκες και συνολικά σε έναν εργασιακό βίο που δεν αντανακλά τη σκληρότητα και τη φθορά της δουλειάς μας.
Ιδιαίτερα για τους ρητινοκαλλιεργητές, το ζήτημα γίνεται ακόμα πιο άδικο αν ληφθεί υπόψη ότι το ανταποδοτικό μέρος της σύνταξης χτίζεται πάνω σε ένα ήδη τσακισμένο εισόδημα, που καθορίζεται και από την εξευτελιστική τιμή πώλησης της ρητίνης. Άρα η αδικία δεν σταματά στο μεροκάματο, αλλά μας ακολουθεί μέχρι τα γεράματα, μετατρέποντας την εκμετάλλευση του σήμερα σε φτώχεια του αύριο. Με άλλα λόγια, δεν έχουμε μόνο χαμηλές αποδοχές στο παρόν, αλλά αυτές οι χαμηλές αποδοχές μεταφέρονται και στο μέλλον, υπονομεύοντας από τώρα το ύψος της σύνταξης.
Το ίδιο ισχύει και για τους εργαζόμενους στο ειδικό πρόγραμμα, όπου η απασχόληση με χαμηλές αποδοχές και χωρίς ουσιαστική ειδική ασφαλιστική μέριμνα δεν δημιουργεί από μόνη της καμία εγγύηση για αξιοπρεπή σύνταξη στο τέλος του εργασιακού βίου. Αντίθετα, αναπαράγει έναν φαύλο κύκλο χαμηλών μισθών, χαμηλών εισφορών και τελικά χαμηλών συντάξεων. Γι’ αυτό ζητάμε να υπάρξει ουσιαστική λύση στο συνταξιοδοτικό ζήτημα του κλάδου, με μέτρα που να αναγνωρίζουν τη φύση της εργασίας μας, τη μεγάλη σωματική φθορά, την επικινδυνότητα, την πολύχρονη προσφορά μας στο δάσος και την ανάγκη να μη φτάνουν οι εργαζόμενοι του κλάδου στη σύνταξη με όρους φτώχειας. Η αναγνώριση του επαγγέλματός μας ως Βαρέου και Ανθυγιεινού, η βελτίωση των όρων ασφάλισης, η ενίσχυση της συνταξιοδοτικής αναπλήρωσης και η εξασφάλιση αξιοπρεπούς σύνταξης αποτελούν αναγκαία πλευρά μιας συνολικής λύσης και όχι μελλοντική εκκρεμότητα. Γιατί για εμάς το συνταξιοδοτικό δεν είναι ζήτημα κάποιας άλλης εποχής, αλλά αποτέλεσμα των σημερινών μισθών, των σημερινών ενσήμων, της τιμής της ρητίνης και συνολικά των σημερινών όρων δουλειάς.
Τέλος, ζητάμε από τώρα τη σαφή διασφάλιση της επέκτασης του ειδικού προγράμματος μέχρι τη συνταξιοδότηση όλων των πυρόπληκτων ρητινοκαλλιεργητών και δασεργατών που εντάχθηκαν σε αυτό. Το αίτημα αυτό δεν αφορά μόνο τη συνέχιση μιας θέσης εργασίας, αλλά την ανάγκη να σταματήσει επιτέλους το απαράδεκτο καθεστώς ομηρίας, αβεβαιότητας και ανασφάλειας στο οποίο παραμένουν οι εργαζόμενοι, χωρίς να γνωρίζουν αν και με ποιους όρους θα συνεχίσουν να έχουν δουλειά τα επόμενα χρόνια.
Το αίτημα αυτό γίνεται ακόμα πιο επιτακτικό, γιατί οι ανάγκες για εργασία των ρητινοκαλλιεργητών και δασεργατών στα Δασαρχεία είναι υπαρκτές, μεγάλες και διαρκείς. Οι ανάγκες διαχείρισης του νέου δάσους τώρα ανοίγονται μπροστά μας, ενώ συνεχίζονται ταυτόχρονα ο καθαρισμός των ώριμων δασών, η επιτήρηση κατά την αντιπυρική περίοδο και η ανάγκη για άμεση παρέμβαση σε κάθε κίνδυνο ή πυρκαγιά. Άρα δεν μιλάμε για μια πρόσκαιρη ανάγκη, αλλά για μόνιμο και κρίσιμο έργο, που επιβεβαιώνει ότι οι εργαζόμενοι αυτοί πρέπει να έχουν εξασφαλισμένη συνέχεια στην εργασία τους και όχι να ζουν σε καθεστώς ομηρίας και ανασφάλειας.
Η ανάγκη αυτή είναι ακόμα πιο επιτακτική, γιατί πρόκειται για εργαζόμενους που χτυπήθηκαν άμεσα από τη μεγάλη καταστροφή, έχασαν το αντικείμενο της δουλειάς τους και βρέθηκαν μπροστά σε μια συνολική ανατροπή της ζωής τους. Επομένως, η εξασφάλιση της συνέχισης του προγράμματος μέχρι τη συνταξιοδότηση δεν αποτελεί ούτε προσωρινή διευκόλυνση ούτε έκτακτο μέτρο περιορισμένης διάρκειας. Αποτελεί στοιχειώδη υποχρέωση της κυβέρνησης απέναντι σε ανθρώπους που στήριξαν και συνεχίζουν να στηρίζουν το δάσος, την παραγωγή και την ίδια την επιβίωση των τοπικών κοινωνιών.
Οι δασεργάτες στο ειδικό πρόγραμμα είναι ανάγκη δεν είναι ζήτημα επιλογής, αλλά όρος για να διατηρηθεί το δάσος ως δάσος, να προστατευτεί το παραγωγικό του δυναμικό και να εξασφαλιστεί η αειφορική του ανάπτυξη. Η ίδια η δασοκομία θέτει ως βασικές αρχές τη διατήρηση του δασικού οικοσυστήματος, τη βελτίωση του παραγωγικού δυναμικού του σταθμού και τη μέγιστη δυνατή διηνεκή παραγωγή μαζί με τις κοινωφελείς επιδράσεις του δάσους. Αυτοί οι στόχοι δεν υπηρετούνται με ευκαιριακά μέτρα, αλλά με συνεχή δασοκομικό χειρισμό, σωστή περιποίηση, παρεμβάσεις αναγέννησης και ορθολογική καλλιέργεια του δάσους. Αυτό ακριβώς υπηρετεί η εργασία των εργαζομένων στο πρόγραμμα: καθαρισμός και διαχείριση ώριμων δασών, απομάκρυνση εύφλεκτης βιομάζας, δημιουργία και συντήρηση στεγασμένων αντιπυρικών ζωνών, φύλαξη, έγκαιρη αναγγελία κινδύνων, πρώτη επέμβαση και κατάσβεση στα πρώτα κρίσιμα λεπτά, καθώς και καλλιέργεια του νεοσύστατου δάσους με κατάλληλους δασοκομικούς χειρισμούς. Άρα πρόκειται για έργο μόνιμο, αναγκαίο και αναντικατάστατο, που δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται με όρους προσωρινότητας και ομηρίας, οι αυτοί δασοκομικοί χειρισμοί είναι αναγκαίες, επιστημονικά σχεδιασμένες παρεμβάσεις για να διατηρείται το δάσος υγιές, παραγωγικό, αναγεννώμενο και χρήσιμο τόσο για την κοινωνία όσο και για την προστασία του φυσικού περιβάλλοντος.
Ταυτόχρονα, μια τέτοια απόφαση αποτελεί και ουσιαστικό μέτρο στήριξης της πυρόπληκτης Β. Εύβοιας, η οποία αντιμετωπίζει ήδη τεράστιο πρόβλημα ανεργίας, συρρίκνωσης του εισοδήματος και αναγκαστικής απομάκρυνσης εργαζομένων από τον τόπο τους. Η μη διασφάλιση σταθερής εργασίας ενισχύει την εγκατάλειψη της περιοχής και επιταχύνει την αστικοποίηση, την ώρα που η Β.Εύβοια έχει ανάγκη ακριβώς το αντίθετο: να μείνει ο κόσμος στον τόπο του, να δουλεύει, να ζει με αξιοπρέπεια και να συμβάλλει στην προστασία, διαχείριση και ανασυγκρότηση του δάσους και της τοπικής οικονομίας.
Γι’ αυτό η επέκταση του προγράμματος μέχρι τη συνταξιοδότηση όλων των πυρόπληκτων ρητινοκαλλιεργητών και δασεργατών πρέπει να κατοχυρωθεί από τώρα, με σαφή πολιτική και νομοθετική δέσμευση, ώστε να σταματήσει το καθεστώς διαρκούς αναμονής και να δοθεί πραγματική προοπτική ζωής και δουλειάς στους εργαζόμενους και στην περιοχή.
Για τους παραπάνω λόγους ζητάμε:
Την άμεση αύξηση των αποδοχών, ώστε να διαμορφωθούν στα 1.200 ευρώ καθαρά για όλους τους εργαζόμενους στο ειδικό πρόγραμμα ρητινεργατών.
Τη θεσμοθέτηση και καταβολή επιδόματος επικινδυνότητας και ανθυγιεινής εργασίας, αντίστοιχου με τη φύση και τις συνθήκες της εργασίας που εκτελούμε στο δάσος.
Την προώθηση ουσιαστικής και μόνιμης λύσης στο συνταξιοδοτικό ζήτημα των ρητινοκαλλιεργητών, δασεργατών και εργαζομένων στο ειδικό πρόγραμμα, με αναγνώριση της φύσης της εργασίας, βελτίωση των όρων ασφάλισης και διασφάλιση αξιοπρεπούς σύνταξης.
Τη διασφάλιση της επέκτασης του ειδικού προγράμματος μέχρι τη συνταξιοδότηση όλων των πυρόπληκτων ρητινοκαλλιεργητών και δασεργατών που εντάχθηκαν σε αυτό.
Την άμεση πραγματοποίηση ουσιαστικής συνάντησης με το Σωματείο μας για το σύνολο των οικονομικών, εργασιακών και ασφαλιστικών αιτημάτων του κλάδου.
Η διατήρηση των σημερινών όρων δεν ανταποκρίνεται ούτε στις πραγματικές ανάγκες των εργαζομένων ούτε στη σπουδαιότητα της εργασίας που παρέχουν. Η ικανοποίηση των παραπάνω αιτημάτων αποτελεί αναγκαίο και δίκαιο μέτρο για τους εργαζόμενους, για το δάσος και για την ίδια την επιβίωση της πυρόπληκτης Β. Εύβοιας.
Ο Πρόεδρος
Τσιβίκας Χαράλαμπος
(Φωτό αρχείου)


















