Evia Ultra Trail: «Ζούμε το Barkley, φίλε»
Δεν πέσαμε έξω όταν γράφαμε περί «αποστολής» και κάναμε «πλάκα» με την ταινία «Αποκάλυψη Τώρα» πριν από τον αγώνα Evia Ultra Trail.
Η Στενή Ευβοίας και η Δίρφυς δέχονται έναν τεράστιο όγκο νερού κάθε χρόνο. Η συγκυρία ήταν τέτοια που θαρρείς και όλο αυτό το νερό έπεσε πάνω μας από τις 5 το πρωί που ξεκίνησε ο αγώνας.
Στο σχολείο της Στενής παραλάβαμε τα νούμερά μας, το εξαιρετικό μπουφάν και τον φακό, στο πακέτο της διοργάνωσης. Από την τεχνική ενημέρωση γνωρίζαμε ότι θα υπάρξει plan C: μια τρίτη εναλλακτική διαδρομή ώστε να αποφύγουμε ένα συγκεκριμένο πέρασμα στα 1300 μέτρα υψόμετρο τη νύχτα.
Η βροχή άρχισε να πέφτει ήδη από τη Στενή και σταμάτησε για λίγη ώρα απλά και μόνο για να ξαναρχίσει. Ασταμάτητη, ατελείωτη, όπως και η ομίχλη. Σε αρκετά σημεία είχαμε και δυνατό αέρα και όλα αυτά στο 1/5 από τα 108 χλμ.

Πρώτη φορά, λοιπόν, συμμετείχα σε αγώνα που διακόπηκε. Γίνεται ήδη πολλή συζήτηση στα social media για το τι έπρεπε να γίνει και τι όχι. Η διαχείριση μιας τέτοιας κατάστασης δεν είναι εύκολη.
Οπως φάνηκε, και ο καιρός είναι αδύνατο να προβλεφθεί, ακόμα και λίγες ώρες πριν, σε τέτοιες περιοχές. Η ένταση της βροχής σίγουρα έκανε αποτρεπτική οποιαδήποτε απόφαση να συνεχιστεί ο αγώνας.
Η οργανωτική ομάδα έχει εμπειρία από το συγκεκριμένο βουνό και θα πρέπει αυτή η πρώτη προσπάθεια για τη διεξαγωγή ενός τέτοιου Ultra αγώνα να αποτελέσει καλό οδηγό για το μέλλον.
Θα μου επιτρέψετε να πω τις προτάσεις μου κατ’ ιδίαν στους ανθρώπους που μόχθησαν για να τον στήσουν. Θα γράψω ένα μεγάλο μπράβο στους διοργανωτές και τους εθελοντές που βοήθησαν όπου και όσο μπορούσαν.
Οσοι και όσες αγωνίστηκαν αποτύπωσαν τα προβλήματα, τα μοιράστηκαν, και αυτά θα πρέπει να μην μας οδηγήσουν στη μιζέρια, αλλά σε ένα πολύ καλό μάθημα για το τι πρέπει να γίνεται σε παρόμοιες περιπτώσεις.
Ενας αγώνας Ultra είναι μια ιδιαίτερη εμπειρία ακόμα και αν «μένει» στα 46 από τα 108 χλμ. Οφείλω να γράψω και για αυτά τα 46 χλμ. που έκανα με την παρέα μου αλλά και μόνος μου.

Φτάνω κόκκαλο στη θέση «Βρωμονέρα» στο 25ο χλμ., μια υπέροχη λάκκα με έλατα γύρω γύρω. Μαγικό σημείο. Εκεί μας ενημέρωσαν ότι ο αγώνας θα ολοκληρωθεί στην Κύμη εξαιτίας των καιρικών συνθηκών. Προσωπικά ανακουφίστηκα. Νομίζω και άλλοι δρομείς κατάλαβαν ότι οι πιθανότητες να συνεχιστεί ο αγώνας ήταν ελάχιστες.
Με την παρέα μου αποφασίσαμε να συνεχίσουμε μέχρι την Κύμη στα 46 χλμ. Μιλάμε για άλλες 4 ώρες διαδρομή υπό αυτές τις συνθήκες. Λάσπη σε όλες τις χωμάτινες αποχρώσεις, νερά από παντού, πεσμένα δέντρα, κατολισθήσεις, ασύλληπτες εικόνες! Και ξανά λάσπη και ξανά βροχή, αέρας και ομίχλη.
Στους αγώνες συνήθως μου κολλάνε τραγούδια. Είναι ο πρώτος αγώνας που μαζί με τον Πάνο το μόνο που κάναμε είναι να τραγουδάμε οπαδικά συνθήματα με τις χειρότερες βρισιές, όλων των ομάδων. Και φυσικά να γελάμε με όσα μας συνέβαιναν!
Η αγανάκτησή μας αποτυπώθηκε στο 38ο χλμ. όταν μπροστά μας ο δρόμος είχε γίνει μικρή λίμνη με νερό μέχρι τη γάμπα. Με ένα «Να πάνε να γ@μηθούν όλα» μπήκαμε περπατώντας μέσα στο νερό χωρίς κανένα κουράγιο πλέον να γλιτώσουμε το βρέξιμο. Κυριολεκτικά «ο βρεγμένος τη βροχή δεν την φοβάται».
Σας πάω λίγο πίσω, γύρω στις 7 το πρωί. Ξημερώνει και τα πουλιά στο πρώτο χάραγμα αρχίζουν να κελαηδούν. Αυτά τα σκηνικά με συγκινούν βαθιά και αποτελούν λόγο για να τρέχω. Κοιτάζω γύρω μου και το τοπίο είναι απόκοσμο. Αλλόκοτο. Δέντρα που χάνονται στην ομίχλη, μικρά ανοίγματα με γρασίδι, λουλούδια γερμένα από τη βροχή.
Συγκινητικό ήταν και το πέρασμα από το σημείο που το 2020 είχε σκοτωθεί ένας ορειβάτης μόλις 21 χρόνων. Μια πλακέτα έχει απομείνει εκεί με μια ρήση του Καζαντζάκη. Αυτό που ο Καζαντζάκης έκανε με τη γραφή του, εμείς το κάνουμε με τα πόδια μας.

Στους αγώνες βουνού υπάρχουν κάποια δευτερόλεπτα που χαράζονται για πάντα μέσα στο μυαλό. Μπορεί να είναι ένα αστείο περιστατικό, μια ευγενική χειρονομία, η στάση που έκανα για τσισάκια, η θέα ενός χωριού. Είναι οι σκηνές που έρχονται και ξανάρχονται, μέρες και μήνες μετά, όταν η καθημερινότητα σε πνίγει. Είναι σαν ένα φάρμακο που παίρνουμε και το μυαλό μας το αφήνει λίγο λίγο όταν χρειάζεται.
Στο 26ο χιλιόμετρο λέω στον Πάνο «Ζούμε το Barkley, φίλε». Ηταν μια κάθετη ανηφόρα που έμοιαζε να έχει σκαλιά. Στα σκαλιά αυτά έτρεχε λάσπη με νερό. Ατελείωτη παχιά λάσπη.
Εκτός από τραγούδια, στους αγώνες συνήθως αναζητώ έναν καφέ κρύο. Εκείνες τις ώρες ήμουν εγώ ο παγωμένος καφές. Ηθελα κάτι ζεστό, το οποίο -να πω τίμια- μου έλειψε από τους 2 σταθμούς.
Πίσω πάλι στην ανάβαση της Σκοτεινής. Αυτό, όσοι και όσες συμμετείχαμε, θα έχουμε να το λέμε κάποτε στα εγγόνια μας.
Ακολουθήσαμε την εξαιρετική σήμανση σε ένα σκληρό skyrunning πέρασμα στα 1300μ. Αρκετή ώρα εκτεθειμένοι σε ομίχλη, βροχή και αέρα. Μπήκα σε survival mode και είπα ξεκάθαρα στον εαυτό μου «Βγες από εδώ». Τα δύο αδιάβροχα με τις κουκούλες έφτιαξαν ένα «τούνελ όρασης». Εβλεπα ένα γκρι πέπλο με διάσπαρτες πέτρες και πήγαινα. Απλώς πήγαινα.

Μια διαπίστωση. Η προπόνηση ποτέ δεν έβλαψε κανέναν. Δεν καταπονήθηκα τόσο στα πόδια και τον κορμό, όσο στο μυαλό. Το σώμα μου ακολούθησε σε όλη αυτή την τρελή πορεία. Επρεπε να είμαι «εκεί» επί 10 ώρες, και ας σωριάστηκα στη λάσπη μια φορά. Οπως έγραψα, ούτε τραγούδια χώρεσαν στην προσπάθεια, ούτε σκέψεις βαθυστόχαστες.
Κρατάω ότι το έζησα και αυτό. Ο,τι πιο σκληρό έχω ζήσει σε αγώνα, μέσα σε 46 χιλιόμετρα. Ελπίζω η διοργάνωση να επανέλθει, να μην έχει τέτοια καιρική ατυχία και να καλιμπράρει όσα χρειάζεται. Υπάρχει διάθεση, υπάρχει ο χρόνος και η γνώση για να γίνει ο αγώνας όπως τον έχουν ονειρευτεί.
Άρης Γαβριελάτος
Πηγή irunmag.gr

















